Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cricoid cartilage
01
κρικοειδής χόνδρος, κρικοειδής δακτύλιος
a ring-shaped structure in the neck that supports the trachea and aids in the regulation of airflow during breathing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cricoid cartilages



























