Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Personal care aide
01
βοηθός προσωπικής φροντίδας, φροντιστής
someone who helps individuals with daily activities, such as bathing, dressing, and eating, especially those who are elderly, sick, or disabled
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
personal care aides
Παραδείγματα
She became a personal care aide to support those who need help at home.
Έγινε βοηθός προσωπικής φροντίδας για να υποστηρίξει όσους χρειάζονται βοήθεια στο σπίτι.



























