Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Car dealership
01
αντιπροσωπεία αυτοκινήτων, πωλητήριο αυτοκινήτων
*** a business that sells new or used cars, at the retail level, based on a dealership contract with an automaker or its sales subsidiary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
car dealerships



























