boom town
boom
bu:m
μπουμ
town
taʊn
ταουν

Ορισμός και σημασία του "boom town"στα αγγλικά

01

πόλη ευημερίας, γρήγορα αναπτυσσόμενη πόλη

a town that suddenly becomes prosperous as a result of its industrial developments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boom towns

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store