Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boom out
01
βροντώ, ηχώ
to express oneself in a powerful and loud voice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
boom
ενεστώτας
boom out
γ΄ ενικό πρόσωπο
booms out
ενεστώτα μετοχή
booming out
απλός αόριστος
boomed out
παθητική μετοχή
boomed out
Παραδείγματα
She boomed out the announcement to the entire room.
Βρόντηξε την ανακοίνωση σε όλο το δωμάτιο.
02
βροντώ, ηχώ
to produce a strong, loud sound that can be heard from a distance
Παραδείγματα
The loudspeaker boomed out emergency instructions.
Το μεγάφωνο βρόντηξε τις οδηγίες έκτακτης ανάγκης.



























