Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boom out
[phrase form: boom]
01
βροντώ, ηχώ
to express oneself in a powerful and loud voice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
boom
ενεστώτας
boom out
γ΄ ενικό πρόσωπο
booms out
ενεστώτα μετοχή
booming out
απλός αόριστος
boomed out
παθητική μετοχή
boomed out
Παραδείγματα
The coach boomed out commands during the intense practice.
Ο προπονητής βρόντηξε εντολές κατά τη διάρκεια της έντονης προπόνησης.
02
βροντώ, ηχώ
to produce a strong, loud sound that can be heard from a distance
Παραδείγματα
The thunder boomed out across the open plains.
Ο κεραυνός βρόντηξε στις ανοιχτές πεδιάδες.



























