breast pump
Pronunciation
/bɹɛst pʌmp/

Ορισμός και σημασία του "breast pump"στα αγγλικά

01

αντλία θηλασμού, συσκευή άντλησης μητρικού γάλακτος

a device used by breastfeeding mothers to express and collect milk from their breasts
breast pump definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breast pumps
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store