Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breast pump
01
αντλία θηλασμού, συσκευή άντλησης μητρικού γάλακτος
a device used by breastfeeding mothers to express and collect milk from their breasts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breast pumps



























