Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baby sling
01
μωρομάντηλο, κουβάρι μωρού
a type of baby carrier that uses fabric or material to hold a baby close to the caregiver's body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
baby slings
LanGeek



























