Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baby walker
01
βηματοδότης μωρού, παιδικό περπατητήρι
a device to assist babies in learning to walk, but it's not recommended due to safety concerns
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
baby walkers
LanGeek



























