Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Menstrual pad
01
υγειονομική πετσέτα, εμμηνορροϊκή πετσέτα
an absorbent pad worn in the underwear by individuals who menstruate to absorb and manage menstrual flow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
menstrual pads



























