Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Face mist
01
ομίχλη προσώπου, σπρέι προσώπου
a spray or misting product applied to the face for hydration, refreshment, or skincare benefits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
face mists
LanGeek



























