Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sleep mask
01
μάσκα ύπνου, επίδεσμος ματιών
a soft, padded covering worn over the eyes during sleep to block out light and create darkness for improved rest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sleep masks



























