boat trip
boat
bəʊt
bewt
trip
trɪp
trip

Ορισμός και σημασία του "boat trip"στα αγγλικά

01

βόλτα με βάρκα, κρουαζιέρα

a journey or trip taken by boat for pleasure or transportation purposes 
boat trip definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boat trips
Παραδείγματα
We went on a relaxing boat trip down the river. 

Πήγαμε σε μια χαλαρωτική βόλτα με βάρκα κατά μήκος του ποταμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store