Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Microdermabrasion
01
μικροδερμαβράσιμο, μηχανική απολέπισης του δέρματος
a cosmetic procedure that involves exfoliating the skin to remove dead skin cells and improve the skin's texture and appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
microdermabrasions
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
microdermabrasion
dermabrasion



























