Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nail salon
01
σαλόνι νυχιών, κέντρο φροντίδας νυχιών
a business establishment that offers services for nail care, including manicures, pedicures, nail enhancements, and nail art
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nail salons



























