Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nail tip
01
τεχνητή άκρη νυχιού, επέκταση νυχιού
an artificial extension that is attached to the tip of the natural nail to add length or shape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nail tips



























