face peel
face
feɪs
feis
peel
pi:l
pil

Ορισμός και σημασία του "face peel"στα αγγλικά

01

ξεφλούδισμα προσώπου, χημικό ξεφλούδισμα προσώπου

a cosmetic treatment that exfoliates and rejuvenates the skin using a chemical solution 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
face peels
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store