body oil
bo
ˈbɒ
bo
dy
di
di
oil
ɔɪl
oyl

Ορισμός και σημασία του "body oil"στα αγγλικά

01

λάδι για το σώμα, σωματικό λάδι

a skincare product made from nourishing oils to moisturize and hydrate the skin 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
body oils
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store