shower gel
shower
ʃaʊə
shawe
gel
ʤɛl
jel

Ορισμός και σημασία του "shower gel"στα αγγλικά

01

τζελ ντους, υγρό σαπούνι για το ντους

a liquid soap used in the shower that creates a foamy lather to cleanse and refresh the skin 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shower gels
Παραδείγματα
She loves the citrus scent of her new shower gel. 

Αγαπάει την εσπεριδοειδή μυρωδιά του νέου της τζελ ντους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store