pop-eyed
pop
pɒp
pop
eyed
aɪd
aid
popeyed

Ορισμός και σημασία του "pop-eyed"στα αγγλικά

01

με κουφά μάτια, με εξογκωμένα μάτια

having wide open, bulging, or protruding eyes, often due to surprise, excitement, or fear 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pop-eyed
συγκριτικός βαθμός
more pop-eyed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store