pop-eyed
Pronunciation
/pɑːpaɪd/

Ορισμός και σημασία του "pop-eyed"στα αγγλικά

01

με κουφά μάτια, με εξογκωμένα μάτια

having wide open, bulging, or protruding eyes, often due to surprise, excitement, or fear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pop-eyed
συγκριτικός βαθμός
more pop-eyed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store