Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lightweight jacket
01
ελαφρύ μπουφάν, λεπτό μπουφάν
a thin and breathable outerwear piece designed to provide some protection from mild weather conditions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lightweight jackets
LanGeek



























