Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Golden marmoset
01
χρυσή μαρμοζέτα, χρυσό πιθήκι
a small New World monkey species native to the rainforests of Brazil, known for its striking golden-orange fur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
golden marmosets
LanGeek



























