Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rubber bathmat
01
γαλβανιζέ ταπέντα μπάνιου, λαστιχένιο χαλί μπάνιου
*** a heavy towel or mat to stand on while drying yourself after a bath
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rubber bathmats



























