Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Light fixture
01
φωτιστικό, συσκευή φωτισμού
*** an electrical device containing an electric lamp that provides illumination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
light fixtures



























