Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bongo
01
μπόνγκο, αντιλόπη μπόνγκο
a large forest antelope species known for its distinctive appearance with spiraled horns and reddish-brown coat with white stripes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bongos



























