Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
young at heart
01
νέος στην ψυχή, με νεανική ψυχή
someone who has the mentality and behavior of that of a young person
επιδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
My grandmother is eighty, but she's still young at heart.
Η γιαγιά μου είναι ογδόντα, αλλά παραμένει νέα στην ψυχή.



























