Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have the heart
01
έχει την καρδιά, έχει το θάρρος
to have the necessary will, courage, etc. to get something done
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I don't know if I have the heart to tell her the truth.
Δεν ξέρω αν έχω την καρδιά να της πω την αλήθεια.



























