Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to win one's heart
01
κερδίζω την καρδιά κάποιου, κλέβω την καρδιά κάποιου
to earn someone's affection, love, or admiration through one's actions, words, or gestures
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
Her kindness won his heart.
Η καλοσύνη της κέρδισε την καρδιά του.



























