Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nail fold
01
πτυχή νυχιού, βάλλουμ ούγκυις
*** the tissue that encloses the nail matrix at the root of the nail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nail folds



























