Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get out of one's hair
01
σταματώ να ενοχλώ κάποιον, δεν ενοχλώ κάποιον πια
to stop bothering someone so that they can have peace or freedom from annoyance or interference
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I'll get out of your hair so you can finish your work in peace.
Θα σταματήσω να σε ενοχλώ για να τελειώσεις τη δουλειά σου με ηρεμία.



























