Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prim and proper
01
Συγκρατημένος και ευπρεπής, Παραδοσιακός και ευπρεπής
used to describe a person who behaves in a very traditional and morally conservative manner
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
She was always prim and proper at family gatherings.
Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις ήταν πάντα συγκρατημένη και ευπρεπής.



























