Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
with one's eyes closed
01
χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες, στα τυφλά
lacking awareness regarding the potential outcomes of a particular action
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He signed the contract with his eyes closed and only later saw the hidden fees.
Υπέγραψε το συμβόλαιο χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες και μόνο αργότερα είδε τις κρυφές χρεώσεις.
02
με κλειστά μάτια, χωρίς κόπο
without needing to try much
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I've made this recipe so many times I could do it with my eyes closed.
Έχω φτιάξει αυτή τη συνταγή τόσες φορές που την κάνω με κλειστά μάτια.
LanGeek



























