Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have (got) it going on
01
είναι πολύ ελκυστικός, φαίνεται απίστευτα σέξι
to have a sexually attractive appearance
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
By next month, she'll have got it going on even more, enhancing her natural beauty and radiating confidence.
Μέχρι τον επόμενο μήνα θα είναι ακόμη πιο ελκυστική και γεμάτη αυτοπεποίθηση.
02
τα καταφέρνει πολύ καλά, έχει θετική δυναμική και επιτυχία
to achieve or experience significant success or progress, often with a sense of confidence and positive momentum
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She's really got it going on in her new business.
Τα καταφέρνει πολύ καλά στη νέα της επιχείρηση.



























