slow day
slow
sləʊ
σλεου
day
deɪ
ντει

Ορισμός και σημασία του "slow day"στα αγγλικά

01

μια αργή και βαρετή μέρα, νεκρή μέρα

a long day that is unproductive and boring 
slow day definition and meaning
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slow days
Παραδείγματα
It was a slow day at the office, and I barely got anything done. 

Ήταν μια αργή και βαρετή μέρα στο γραφείο και δεν έκανα σχεδόν τίποτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store