Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
the odd one out
01
ο διαφορετικός της παρέας, η παραφωνία
someone or something that is different from other people or things of its kind
Dialect
Παραδείγματα
I was the odd one out because everyone else had studied abroad.
Ήμουν ο διαφορετικός της παρέας, γιατί όλοι οι άλλοι είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό.



























