Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand on one's own (two) feet
01
στέκεται στα πόδια του, τα βγάζει πέρα μόνος του
to be able to take care of oneself without needing any assistance from others
approving
idiom
Παραδείγματα
After college, he finally learned to stand on his own feet.
Μετά το πανεπιστήμιο, έμαθε επιτέλους να στέκεται στα πόδια του.



























