Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make sheep's eyes at somebody
to make sheep's eyes at somebody
01
κοιτάζω ερωτευμένα, ρίχνω ερωτικά βλέμματα
to look at someone in a way that shows one is very passionate about them
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
He kept making sheep's eyes at her across the room.
Την κοιτούσε συνέχεια ερωτευμένα από την άλλη άκρη του δωματίου.



























