to wet one's whistle
wet
wɛt
ουετ
<i>one's</i>
wʌnz
ουανζ
whistle
wɪsəl
ουισαλ

Ορισμός και σημασία του "wet one's whistle"στα αγγλικά

to wet one's whistle
01

πίνω ένα ποτηράκι, πίνω κάτι στα γρήγορα

to have a glass of something, particularly an alcoholic drink 
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I'm quite parched; I think I'll wet my whistle with a cold glass of lemonade. 

Ας περάσουμε από την παμπ για ένα ποτηράκι πριν τη συναυλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store