Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lose one's head
01
χάνει την ψυχραιμία του, βγαίνει εκτός εαυτού
to become greatly annoyed or angry
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He lost his head when the driver cut him off.
Όταν ο οδηγός του έκλεισε τον δρόμο, έχασε την ψυχραιμία του.



























