Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kiss and make up
01
τα ξαναβρίσκουν, συμφιλιώνονται
to sort out one's differences with someone after an argument or disagreement
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The two friends argued but quickly kissed and made up.
Οι δύο φίλοι τσακώθηκαν αλλά τα ξαναβρήκαν γρήγορα.



























