Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
joined at the hip
01
αχώριστοι, πάντα μαζί
used to refer to two people who are considered inseparable
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Those two have been joined at the hip since kindergarten.
Αυτοί οι δύο είναι αχώριστοι από το νηπιαγωγείο.



























