Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
one's nose out of joint
01
πολύ ενοχλημένος, αναστατωμένος ή εκνευρισμένος
a state of great annoyance or anger
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He got his nose out of joint when he was left out of the meeting.
Έμεινε πολύ ενοχλημένος όταν τον άφησαν εκτός της συνάντησης.



























