Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have (all) the aces
01
έχει όλα τα ατού, είναι σε πλεονεκτική θέση
to be in an advantageous position when competing against someone else
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
In the negotiation, she held all the aces.
Στη διαπραγμάτευση είχε όλα τα ατού.



























