Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
out of one's shell
01
βγήκε από το καβούκι του, έγινε πιο ανοιχτός
used to refer to someone who has become more comfortable or confident in conversing with people
idiom
Παραδείγματα
Give her time; she'll come out of her shell soon.
Δώσ' της χρόνο· σύντομα θα βγει από το καβούκι της.



























