Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in one's element
01
στο στοιχείο του, χαρούμενος και ικανοποιημένος
in a good mood because of enjoying what one does or being in a place or situation that one likes
επιδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
She was in her element teaching the advanced class.
Ήταν στο στοιχείο της διδάσκοντας την προχωρημένη τάξη.



























