going concern
Pronunciation
/ɡˌoʊɪŋ kənsˈɜːn/

Ορισμός και σημασία του "going concern"στα αγγλικά

01

κερδοφόρα επιχείρηση, επιχείρηση που πάει καλά

a business that produces a great deal of profit
going concern definition and meaning
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
going concerns
Παραδείγματα
The company is a going concern, with a stable financial position and positive growth prospects.
Οι επενδυτές είδαν το εστιατόριο ως κερδοφόρα επιχείρηση, όχι απλώς ως έργο πάθους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store