going concern
going
ˈgəʊɪng
gewing
con
kən
kēn
cern
sɜ:n
sēn

Ορισμός και σημασία του "going concern"στα αγγλικά

01

κερδοφόρα επιχείρηση, επιχείρηση που πάει καλά

a business that produces a great deal of profit 
going concern definition and meaning
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
going concerns
Παραδείγματα
The small bakery became a going concern within a year. 

Ο μικρός φούρνος έγινε κερδοφόρα επιχείρηση μέσα σε έναν χρόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store