Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
at one's pleasure
01
όπως θέλει, όποτε θέλει
used for saying that someone can do something whenever and however they want
επίσημο
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
You may leave at your pleasure.
Μπορείς να φύγεις όπως θέλεις.



























