Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bollocks
01
χαλάω, καταστρέφω
to ruin or botch completely
Dialect
British
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bollocks
γ΄ ενικό πρόσωπο
bollockses
ενεστώτα μετοχή
bollocksing
απλός αόριστος
bollocksed
παθητική μετοχή
bollocksed
Παραδείγματα
They bollocksed the repair beyond fixing.
Κατέστρεψαν την επισκευή πέρα από κάθε επισκευή.
Bollocks
01
ανοησίες, ασυναρτησίες
used to dismiss something as false, absurd, or meaningless
Dialect
British
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They dismissed the accusation as media bollocks.
Απέρριψαν την κατηγορία ως ανοησίες των μέσων.
bollocks
01
Γαμώτο, Σκατά
used to annoyance, anger, or sudden frustration
Dialect
British
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
Bollocks, we missed the last train.
Bollocks, χάσαμε το τελευταίο τρένο.



























