Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
(as) still as a stone
01
τελείως ακίνητος, χωρίς να κουνιέται καθόλου
used to refer to a person or thing that is completely motionless
Dialect
British
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
As the meditation session progressed, she became as still as a stone, finding inner peace and calm.
Η γάτα καθόταν τελείως ακίνητη και κοιτούσε το πουλί έξω από το παράθυρο.
LanGeek



























