Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plant pot
01
γλάστρα, δοχείο φυτών
a container that can house a plant
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plant pots
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γλάστρα, δοχείο φυτών